εἵλως

εἵλως
илот, крепостной (спартанский)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "εἵλως" в других словарях:

  • είλως — εἵλως, ο βλ. είλωτας …   Dictionary of Greek

  • Εἵλως — serfs masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἵλως — serfs masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλωτέων — Εἵλως serfs masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλῶται — Εἵλως serfs masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλώταις — Εἵλως serfs masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλώτης — Εἵλως serfs masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλώτου — Εἵλως serfs masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εἱλώτων — Εἵλως serfs masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἱλώτων — Εἵλως serfs masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εἵλωσι — Εἵλως serfs masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»